Τα cookie μάς βοηθούν να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, αποδέχεστε την από μέρους μας χρήση των cookie.

Destinations:

guide

cities & villages
northern corfu

More

action:

for all

sea, mountain, road

Nature activities,
and experiments

More

Διαφημίστε:

στo altercorfu.com

διαφημιστικο banner,
επαγγελματικός κατάλογος

Τοποθέτηση στις προτάσεις,
Δημιουργία βιντεο

More

glorious past:

history & archaeology

museums, archaeology sites

influences cultures,
heritage

More
Κάστρο Κασσιώπης

Το Κάστρο Κασσιώπης είναι κάστρο στις βορειοανατολικές ακτές της Κέρκυρας, το οποίο βρίσκεται στην κοσμοπολίτικη Κασσιώπη. Ήταν ένα από τα τρία κάστρα της Βυζαντινής περιόδου που διασφάλιζαν την άμυνα του νησιού πριν από την Ενετική περίοδο (1386–1797). Τα κάστρα αυτά αποτελούσαν ένα αμυντικό τρίγωνο, με το Γαρδίκι που υπερασπιζόταν τα νότια του νησιού, την Κασσιώπη τα βορειοανατολικά και το Αγγελόκαστρο τα βορειοδυτικά.

Το Κάστρο της Κασσιώπης έχει και θρησκευτικό ενδιαφέρον αφου στον ιερο ναό του Αγίου Ιωάννη που βρισκόταν εντός του Κάστρου, ειχε μεταφερθεί από την Παραμυθιά το Ιερό Σκήνωμα του Αγίου Δονάτου του Θαυματουργού, πριν αυτο μεταφερθεί στην Βενετία και στην συνέχεια, τμήμα του επιστρέψει στην Παραμυθιά και στον ομονυμο Μητροπολιτικό Ναό, στην οποία είναι πολιούχος.

Η θέση του στις βορειοανατολικές ακτές της Κέρκυρας, επιβλέποντας τον Πορθμό της Κέρκυρας ο οποίος χωρίζει το νησί από την ηπειρωτική χώρα παρείχε στο κάστρο πλεονεκτική θέση και υψηλή στρατηγική σημασία.

Το Κάστρο Κασσιώπης θεωρείται ως ένα από τα πλέον σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στις Ιόνιες Νήσους, μαζί με το Αγγελόκαστρο, το Κάστρο Γαρδικίου και τα δύο Ενετικά Φρούρια της πόλης της Κέρκυρας, το Παλαιό Φρούριο και το Νέο Φρούριο. Οι ακριβείς καταβολές του κάστρου δεν είναι ξεκάθαρες, με αρκετές θεωρίες να έχουν εκφραστεί, αν και φαίνεται να πρόκειται για Βυζαντινή κατασκευή. Στη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών στους δύο πύργους που βρίσκονται δίπλα στην κύρια πύλη καθώς και στον τρίτο πύργο που βρίσκεται στα βόρεια της κύριας πύλης, ανακαλύφθηκαν χάλκινα νομίσματα τα οποία χρονολογούνταν στην εποχή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Μαυρικίου (582–602 μ.Χ.) και Βασιλείου Β΄ (976–1025).

Επιπροσθέτως, κεραμικά όστρακα που χρονολογούνταν στην πρότερη Βυζαντινή περίοδο, κατά τον 4ο–7ο αιώνα μ.Χ., επίσης ανακαλύφθηκαν. Αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένα Βυζαντινό κάστρο πρέπει να υπήρχε στην περιοχή προς τον 6ο αιώνα μ.Χ., ημερομηνία κατά πολύ προγενέστερη της εκτιμώμενης ημερομηνίας κατασκευής του σημερινού κάστρου. Το 1081, ο Κόμης Βοϊμόνδος του Τάραντα κατέλαβε το κάστρο κατά τις αρχές της πρώτης εισβολής των Νορμανδών στην Ελλάδα. Το 1084, το φρούριο έπεσε στα χέρια του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, αφότου ο τελευταίος νίκησε το νορμανδικό στόλο μετά από τρεις ναυμαχίες στα Στενά της Κέρκυρας. Το 1267, οι Ανδεγαυοί κατέλαβαν το κάστρο, ενώ το 1386, το κάστρο έπεσε στα χέρια των Ενετών μετά από σύντομη αντίσταση.

Οι Ενετοί διέταξαν την καταστροφή του κάστρου, καθώς οι υπερασπιστές του αντιστάθηκαν στην ενετική εισβολή στην Κέρκυρα το 1386 και αρνήθηκαν, σε πρώτο στάδιο, να παραδοθούν. Οι Ενετοί ως αποτέλεσμα το αχρήστευσαν, φοβούμενοι ότι θα μπορούσε να καταληφθεί από τους εχθρούς τους ή ακόμη από τον ντόπιο πληθυσμό και να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους, ενώ μάλιστα κατά τα τελευταία χρόνια παρουσίας τους στην περιοχή δεν το συντηρούσαν ούτε το επισκεύαζαν, σε αντίθεση με τις προσπάθειες που κατέβαλαν για περαιτέρω οχύρωση του Αγγελοκάστρου και του Παλαιού Φρουρίου στην Κέρκυρα. Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής των Ενετών ήταν ότι κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Οθωμανούς το 1537 και το 1761, οι κάτοικοι της περιοχής που δεν κατάφεραν να γλιτώσουν σφαγιάστηκαν ή πωλήθηκαν ως σκλάβοι.

Υπάρχουν επίσης στοιχεία, τα οποία προέρχονται από τον φημισμένο Ενετό αρχιτέκτονα Μικέλε Σανμικέλι και τον γιο του, Τζιαντζερολάμο Σανμικέλι που καταδεικνύουν ότι, ενώ είχαν προσληφθεί από τους Ενετούς για την περαιτέρω ενίσχυση του Παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας κατά την διάρκεια της περιόδου μεταξύ των δύο οθωμανικών πολιορκιών το 1537-1558, μετέφεραν οικοδομικά υλικά από το Κάστρο Κασσιώπης στο φρούριο για τις ανάγκες των επισκευών τους. Μετά την συνθηκολόγηση των Ενετών το 1669 του Χάνδακα της Κρήτης στους Οθωμανούς, η Κέρκυρα αποτελούσε τελευταία ενετική κτήση και οχυρή θέση στον Λεβάντα. Ως αποτέλεσμα, οι Ενετοί διπλασίασαν τις προσπάθειές τους για την ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Το 1671, ένας Ενετός αξιωματούχος με το όνομα Ντόνα στάλθηκε για να εκτιμήσει το επίπεδο της άμυνας της Κέρκυρας και να καταθέσει σχετική έκθεση στην Ενετική Γερουσία.

Ο Ντόνα μετέβη άμεσα στην Κασσιώπη ώστε να αξιολογήσει το κάστρο και το κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει στην άμυνα της Κέρκυρας απέναντι στους Οθωμανούς, οι οποίοι σχεδίαζαν εισβολή στο νησί μέσω της Ηπείρου. Ο Ντόνα μετέβη στο νησί συνοδεία του Ενετού ειδικού διοικητή της Αδριατικής, και μετέπειτα Δόγης, Μοτσενίγο. Με βάση περαιτέρω συμβουλές από τον Στρατηγό Σαντ Αντρέα, καθώς και τον στρατιωτικό μηχανικό Βερνέδα, η έκθεση του Ντόνα προς την Ενετική Γερουσία υποστήριζε την ενίσχυση του Κάστρου Κασσιώπης. Ωστόσο, παρά την εισήγηση του Ντόνα, οι Ενετοί εγκατέλειψαν κάθε σχέδιο για ενίσχυση της άμυνας της Κασσιώπης.

Έναν αιώνα μετά την καταστροφή του κάστρου, λαϊκές διηγήσεις έκαναν την εμφάνισή τους οι οποίες έκαναν λόγο για δράκους που έφτυναν φωτιά οι οποίοι είχαν καταστρέψει το κάστρο, ενώ, ταυτόχρονα, δηλητηρίασαν τους κατοίκους του γειτονικού χωριού. Η πηγή αυτών των μύθων είναι η εντύπωση και ο φόβος που προκάλεσαν στους τοπικούς κατοίκους η χρήση μπαρουτιού, καθώς και οι εκρήξεις λόγω του ότι δεν ήσαν συνηθισμένοι σε τόσο προχωρημένη στρατιωτική τεχνολογία. Μετά τη δεύτερη μεγάλη πολιορκία της Κέρκυρας το 1716, οι Ενετοί τελικώς αποφάσισαν την ανακατασκευή του κάστρου, αν και οι τοπικοί πληθυσμοί είχαν προ καιρού μετεγκατασταθεί σε άλλες τοποθεσίες συμπεριλαμβανομένων των ορεινών χωριών στο Όρος Παντοκράτορας.

Η κύρια πύλη του κάστρου προστατεύεται από ισχυρά προτειχίσματα. Η αρχιτεκτονική αυτή ιδιοτροπία είναι αντίστοιχη αυτής των υπόλοιπων κάστρων και κατασκευών που βρίσκονται στην Ήπειρο, όπως το Κάστρο της Ρίζας και το Μοναστήρι της Κάτω Βασιλικής. Η περίμετρος του κάστρου έχει μήκος 1,073 km και είναι τετράπλευρου σχήματος με 19 ισχυρούς πύργους εναλλασσόμενων κυκλικών και ορθογώνιων διατομών που προστατεύουν τα τείχη και έχουν φορά από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά. Το εσωτερικό του κάστρου είναι συνολικής έκτασης 35,177 m και είναι κενό οποιασδήποτε κτιριακής εγκατάστασης αν και είναι κατάφυτο από ελαιόδεντρα. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου έχει εξαφανιστεί, ωστόσο η κύρια πύλη παραμένει στην θέση της και είναι ενισχυμένη με δύο ισχυρούς πύργους σε κάθε της πλευρά. Η Κύρια Πύλη του κάστρου, όπως φαίνεται από τα ανατολικά. Τα ενισχυμένα επιμηκυμένα τείχη σε κάθε πλευρά της πύλης σχεδιάστηκαν με στόχο τον περιορισμό της πρόσβασης και την μείωση των πιθανοτήτων αιφνιδιαστικής ενέδρας από εχθρό που ήταν κρυμμένος στα πλάγια της πύλης.

Καθένας από τους πύργους της πύλης, είχε δύο πατώματα, ενώ η πύλη διαθέτει επιμηκυμένα τείχη τα οποία περιορίζουν την πρόσβαση από τα πλάγια, ένα χαρακτηριστικό το οποίο είχε σχεδιαστεί για την αποφυγή αιφνιδιαστικής ενέδρας από εχθρό που ήταν κρυμμένος στα πλάγια της πύλης. Οι πιθανότητες αποφυγής ενέδρας αυξάνονται περαιτέρω, λόγω του απότομου ανηφορικού μονοπατιού που φτάνει μέχρι την πύλη. Το πάχος των τειχών στο ύψος της πύλης είναι 1,9 m. Υπάρχουν ερείπια προτειχίσματος εμπρός στην πύλη που θα μπορούσε να χρησίμευε ως μια μεγάλη μεταλλική κατασκευή που θα χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω ασφάλεια της πύλης. Υπάρχουν ενδείξεις που καταδεικνύουν ότι και οι δύο πύργοι στα πλευρά της πύλης περιελάμβαναν μηχανισμούς που βοηθούσαν στον καλύτερο έλεγχο της μεταλλικής πύλης. Η άμυνα του κάστρου επιτυγχανόταν κυρίως μέσω της άμυνας με την χρήση των πολεμιστρών, αν και καμία πολεμίστρα δεν έχει διατηρηθεί έως σήμερα. Το σχήμα των πολεμιστρών δεν είναι επιβεβαιωμένο και αν και στις καλλιτεχνικές τους αναπαραστάσεις μοιάζουν με το γράμμα "M", ωστόσο, παραμένει άγνωστο αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αποτελεί, απλώς, έμπνευση του καλλιτέχνη.

Από τη στιγμή που τα τείχη του κάστρου είναι κατακόρυφα, και όχι κυρτωμένα ώστε τα βλήματα των κανονιών να αναπηδούν επάνω τους, ο σχεδιασμός τους ήταν τέτοιος ώστε να μη καθιστούν δυνατή τη χρήση οποιαδήποτε πολιορκητικής μηχανής η οποίας προϋπήρχε των κανονιών. Σε αυτές τις μηχανές συμπεριλαμβάνονταν οι σκάλες, οι πολιορκητικοί πύργοι, καθώς και οι πολιορκητικοί κριοί. Ο γενικότερος σχεδιασμός του κάστρου είναι ιδιαίτερα ταπεινός και χαρακτηριστικός της επαρχιακής του τοποθεσίας. Οι ορθογώνιοι πύργοι είναι παλαιότεροι των κυλινδρικών, ενώ υπάρχουν ενδείξεις που καταδεικνύουν ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των κυλινδρικών πύργων μπορεί να εισήχθη καθυστερημένα στο φρούριο, δεδομένης της απομακρυσμένης και αγροτικής του τοποθεσίας.

Αφότου το κάστρο ερημώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κτιριακή του υποδομή βρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση. Το ανατολικό τμήμα του κάστρου έχει εξαφανιστεί και μονάχα ορισμένα ίχνη αυτού παραμένουν. Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι πέτρες του κάστρου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για οικίες στην ευρύτερη περιοχή. Η πρόσβαση στο κάστρο είναι κυρίως δυνατή από τα νοτιοανατολικά μέσω ενός στενού μονοπατιού το οποίο περνά μέσα από σπίτια και αυλές, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το κάστρο βρίσκεται στο κέντρο του πυκνοδομημένου μικρού χωριού της Κασσιώπης.

Οπως προείπαμε, το Κάστρο της Κασσιώπης εχει και θρησκευτικό ενδιαφέρων καθώς εντος του κάστρου υπήρχε ο ναός του Αγ. Ιωάννη, στον οποίον οι κάτοικοι της Παραμυθιάς είχαν μεταφέρει μαζί τους έναν πολύτιμο θησαυρό, το ιερό λείψανο του Αγίου Δονάτου του Θαυματουργού επισκόπου Ευροίας, το οποίο εναπετέθη, γεγονός που ενέτεινε τις υπερβάσεις του Ευροίας Ιωάννη. Έτσι και αλλιώς την Παραμυθιά και την Κέρκυρα, συνδέει και το ιερό λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το όποιο μετά την Κωνσταντινούπολη και πριν την μεταφορά του στην Κέρκυρα, φιλοξενήθηκε στην Παραμυθιά. Αυτό έγινε 604, 217 χρονιά μετά την κοίμηση του Αγίου Δονάτου, όταν ο επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης, αναγκάστηκε να καταφύγει μαζί με τον ιερό κλήρο της Εύροιας στην Κασσιώπη. Μετά την μεταφορά του Αγίου Δονάτου στην Κασσίωπη, ο τότε ο επίσκοπος Κερκύρας Αλκίσωνα διαμαρτυρήθηκε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, ο οποίος ανάθεσε την υπόθεση στον μητροπολίτη Νικοπόλεως Ανδρέα, ως προϊστάμενο της μητροπολιτικής περιφέρειας, στην οποία ανήκε η επισκοπή της Κέρκυρας. Ο Νικοπόλεως Ανδρέας, όπως ήταν φυσικό, δικαίωσε τον Κερκύρας, ενώ δεν είναι σαφές αν ο Ευροίας συμμορφώθηκε. Αργότερα, ο νέος επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης, επίσης, αφού εν τω μεταξύ ο παλιός είχε πεθάνει, ανακίνησε το ζήτημα και απέσπασε από το διάδοχο του Μαυρικίου Φωκά διάταγμα που ακύρωνε τη μητροπολιτική απόφαση και αναγνώριζε τη δικαιοδοσία του επί της Κασσιώπης. Ο Αλκίσων, όμως, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα του και κατέφυγε στον ανώτατο προϊστάμενό του τον πάπα Ρώμης Γρηγόριο τον Μέγα τον Διάλογο, στου οποίου τη δικαιοδοσία τότε ανήκε, όπως και ολόκληρο το Ανατολικό Ιλλυρικό δηλαδή η σημερινή βαλκανική χερσόνησος πλην της Θράκης. Ο πάπας δεν δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τα δίκαια του Κερκύρας και έγραψε στον αποκρισάριό του στην Κωνσταντινούπολη διάκονο Βονιφάτιο να προσπαθήσει να πείσει τον αυτοκράτορα να ανακαλέσει το διάταγμα και να αναθέσει την υπόθεση στον ίδιο. Φαίνεται, δε, ότι ο Βονιφάτιος πέτυχε στην αποστολή του γιατί από την τρίτη επιστολή του πάπα μαθαίνουμε ότι πήγαν στην Ρώμη εκπρόσωποι τόσο του Κερκύρας όσο και του Ευροίας. Εκεί συμφωνήθηκε ότι ο Ευροίας θα παρέμενε φιλοξενούμενος στην Κασσιώπη χωρίς, όμως, να προβαίνει σε ενέργειες που θα έθιγαν την κανονική δικαιοδοσία του Κερκύρας και έτσι έληξε το ζήτημα. Βενετία - νησί Μουράνο.Ναός Παναγίας και Αγίου Δονάτου Το 1125 οι σταυροφόροι (Ενετός Δόγης Domenico Michelli) πήραν δια της βίας το λείψανο του Αγίου Δονάτου και το μετέφεραν στην Ιταλία, οποίο και παρέμεινε στην Βενετία στο νησί Μουράνο στο ναό της Παναγίας, όπου και τοποθετήθηκε σε περίλαμπρο βάθρο. Το ιερό λείψανο του Αγίου Δονάτου τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Ιταλούς πιστούς.

Θρύλοι και Παραδόσεις
Oπως κάθε καλό μεσαιωνικό κάστρο έτσι και αυτό της Κασσιώπης σχετίζεται με έναν δράκο. Έναν περίπου αιώνα μετά την εγκατάλειψη του φρουρίου είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί ο μύθος ότι η πόλη (ή το κάστρο) ερημώθηκε από έναν δράκο που ξερνούσε φωτιά θανατώνοντας τους περισσότερους κατοίκους και διώχνοντας τους υπόλοιπους. Σύμφωνα με κάποιους ο δράκος ίσως αποτελεί μεταφορική προσωποποίηση της χρήσης πρώιμης μορφής κανονιών και πυρίτιδας κατά την πολιορκία.

.

Back to top